Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Oι νέες φωνές στην ελληνική πεζογραφία

Η φετινή πεζογραφική παραγωγή δεν διακρίθηκε για τα καλά βιβλία των καθιερωμένων συγγραφέων, που ήταν μάλλον δυσεύρετα, αλλά για τις καινούργιες εμφανίσεις της.


Δεν είναι όλες οι λογοτεχνικές χρονιές ίδιες. Η φετινή πεζογραφική παραγωγή δεν διακρίθηκε για τα καλά βιβλία των καθιερωμένων συγγραφέων, που ήταν μάλλον δυσεύρετα, αλλά για τις καινούργιες εμφανίσεις της. 


Συγγραφείς που βγήκαν στην εκδοτική αγορά με το πρώτο ή με το δεύτερο βιβλίο τους κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν τόσο με την πρωτοτυπία των θεμάτων τους όσο και με την ευρωστία των καλλιτεχνικών τους μέσων, σημειώνοντας για πρώτη ίσως φορά μετά από πολλά χρόνια μια νέα αφετηρία για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Αντίθετα με τους νέους άλλων εποχών, που κέρδισαν τη θέση τους στο συγγραφικό πάνθεον προβάλλοντας το ατομικό και το ιδιωτικό στοιχείο, οι σημερινοί νέοι μοιάζουν σαν έτοιμοι από καιρό για τη συλλογική συνθήκη η οποία μας τυραννά χωρίς εκ παραλλήλου να αδιαφορούν κατά το παραμικρό για τη μορφή των κειμένων τους.

Ποιοι ακριβώς, όμως, είναι οι νέοι συγγραφείς; Εκκίνηση με τους σαραντάχρονους Σπύρο Τσίρο και Μάκη Τσίτα, που δημοσίευσαν φέτος το δεύτερο βιβλίο τους, ανοίγοντας λογαριασμούς με τον ρεαλισμό. Όλες οι καταστάσεις τις οποίες στήνει ο Σπ. Τσίρος στη συλλογή διηγημάτων «Δεν είν’ έτσι;» (Μικρή Άρκτος) αποσπώνται από τη ρεαλιστική τους βάση με έναν εντελώς απροσδόκητο τρόπο. Στόχος, να αποκαλυφθούν οι αδιάγνωστες διαστάσεις και η αφανέρωτη γλώσσα της πραγματικότητας. Πειραγμένος είναι και ο ρεαλισμός του Μ. Τσίτα στο μυθιστόρημά του «Μάρτυς μου ο Θεός» (Κίχλη), όπου παρακολουθούμε μιαν εξαρχής διαστρεβλωμένη και παραμορφωμένη πραγματικότητα με όχημα το βαρύ παραλήρημα ενός πενηντάρη: ένα πρόσωπο που θα αποτυπώσει στις αντιδράσεις του μια κοινωνία βυθισμένη στις προκαταλήψεις, τη σύγχυση και τον συντηρητισμό.

Ένα σκοτεινό κοινωνικό τοπίο θα ξεδιπλώσουν και οι πρωτοεμφανιζόμενοι Γιάννης Τσίρμπας και Στέλιος Παπαγρηγορίου, που είναι κάτω των σαράντα (ο δεύτερος μόλις τριαντάρισε). Στη νουβέλα του «Βικτώρια» (Νεφέλη) ο Γ. Τσίρμπας θα αναθέσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ομώνυμη πλατεία του αθηναϊκού κέντρου. Η πόλη θα καταβροχθίσει εδώ τους ατομικούς χαρακτήρες, που θα υποχρεωθούν να ζήσουν σ’ ένα χρονίως έκπτωτο περιβάλλον. Στη νουβέλα του «Οι σημαίες δεν ανεμίζουν τη νύχτα » και στη συλλογή διηγημάτων του «Γυμνά τρολ» (δύο βιβλία μέσα στην ίδια χρονιά, αμφότερα από τη Νεφέλη) ο Στ. Παπαγρηγορίου θα αποκαλύψει έναν κόσμο άγριων κοινωνικών σχέσεων στο εσωτερικό των οποίων η σκληρότητα εναλλάσσεται με τη χυδαιότητα. Στη νουβέλα του ο συγγραφέας θα προχωρήσει και σ’ ένα σπιρτόζικο ειδολογικό παιχνίδι, ξηλώνοντας εκ των ένδον τα δευτεροκλασάτα νουάρ.

Το ζήτημα της μνήμης και του χρόνου θα απασχολήσει τρεις άλλους πρωτοεμφανιζόμενους: τον Αλέξανδρο Στεφανίδη, που είναι 51 ετών, και τον Γιάννη Πλιάγκο και τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη, που έχουν μόλις κλείσει ή περάσει τα τριάντα. Στη συλλογή διηγημάτων του «Το χάδι» (Άγρα) ο Αλ. Στεφανίδης θα εξιστορήσει τον βασανισμένο βίο ενός αγοριού σ’ ένα ορφανοτροφείο της Αθήνας, αλλάζοντας χρονική κλίμακα από διήγημα σε διήγημα και συγκεράζοντας το παρόν και το παρελθόν από τη σκοπιά της ωριμότητας. Στο μυθιστόρημα του Γ. Πλιάγκου «Ένα τρίτο αλήθεια και δύο ψέματα» (Κέδρος) ο ήρωας θα βιώσει έναν διπλό χρόνο: από τη μια πλευρά είναι μια παλαιά ιστορία, την οποία θα επινοήσει για να μπορέσει να ζήσει με τη γυναίκα του στο σήμερα, και από την άλλη μια πραγματική ταυτότητα, η οποία σύντομα θα αποδειχθεί η διαχρονική κόλαση του αποσιωπημένου εγώ του. Στη νουβέλα του Ι. Ανυφαντάκη «Αλεπούδες στην πλαγιά» (Εκδόσεις Πατάκη), στην οποία πρωταγωνιστεί ένα τυχάρπαστο ερωτικό ζεύγος, η πλοκή θα διατρέξει ανάποδα τον χρόνο, θέτοντας επί τάπητος δύο αλληλένδετα θέματα: την αξιοπιστία της αφήγησης και την εγκυρότητα της μνήμης.

Συνέχεια με κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις από τον χώρο των πρωτοεμφανιζομένων. Στη συλλογή διηγημάτων του «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» (Ίνδικτος) ο Αλέξανδρος Κυπριώτης θα δουλέψει με μια σειρά από βίαιους και σχεδόν παρανοϊκούς χαρακτήρες, χρησιμοποιώντας μιαν αφήγηση απαλλαγμένη από τον οποιονδήποτε μελοδραματισμό. Στο μυθιστόρημά του «Η μοναδική οικογένεια» (Πόλις) ο Λευτέρης Καλοσπύρος, που είναι 33 ετών, θα μιλήσει για το ανεύρετο της λογοτεχνικής αλήθειας και τα απατηλά μηνύματα των αντικατοπτρισμών της. Από τη μεριά της, τέλος, η Μαριλένα Παπαϊωάννου, που είναι έναν χρόνο μικρότερη από τον Καλοσπύρο, θα ξετυλίξει στο μυθιστόρημά της «Νικήτας Δέλτα» (Εστία) τη ζωή ενός αλαφροΐσκιωτου ήρωα οι τύχες του οποίου θα ταυτιστούν με μια μακρά και πολύπαθη ιστορική περίοδο (από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον Εμφύλιο).

Ένα βιβλίο όπου το συλλογικό θα καταφέρει να εισχωρήσει στο ατομικό χωρίς να το καταπλακώσει με το κοινωνικοπολιτικό του βάρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε ελεύθερα την άποψή σας!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...