Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Oι best seller συγγραφείς της ξαπλώστρας: Χρυσηίδα Δημουλίδου Vs Λένας Μαντά

Οταν όλα καταρρέουν, δύο Ελληνίδες συγγραφείς σκαρφαλώνουν στις κορυφές των πωλήσεων καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. 

Τι είναι όμως αυτό που κάνει τις Ελληνίδες αναγνώστριες να καταναλώνουν Μαντά και Δημουλίδου περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο προϊόν, δίνοντας στα βιβλία τους αποκλειστική θέση στην καλοκαιρινή ξαπλώστρα τους;


Τα χιλιάδες αντίτυπα που θα στολίσουν τις καλοκαιρινές ξαπλώστρες ανάμεσα σε ανέμελα απογεύματα δεν περιγράφουν σαδομαζοχιστικά στόρι ούτε αναφέρονται σε κάποιες ύποπτες αποχρώσεις του γκρι: έχουν ελληνικούς τίτλους που ανταποκρίνονται σε πιστές και αμετανόητες οπαδούς-αναγνώστριες, χρόνια τώρα. Αντίστοιχο ενδιαφέρον έχουν και τα ονοματεπώνυμα των συγγραφέων τους: μακρύ και προκλητικό το ένα -Χρυσηίδα Δημουλίδου-, πιο λαϊκό και ευσύνοπτο το άλλο -Λένα Μαντά-, αντικατοπτρίζουν τις δύο όψεις του απόλυτου μπεστσελερικού φαινομένου που είναι 100% ελληνικό. Το εκδοτικό φαινόμενο Μαντά - Δημουλίδου δεν σπάει μόνο τα ρεκόρ στις πωλήσεις αλλά τρέφεται από τα μυστικά και τα απωθημένα της νεοελληνικής γυναικείας ψυχής. Με κοινό εκδοτικό οίκο -Ψυχογιός- και ένα ταμπεραμέντο που αντιστοιχεί σε αυτό της μέσης Ελληνίδας, οι δύο συγγραφείς δεν σταματούν να ξεσηκώνουν τις φανατικές αναγνώστριές τους κερδίζοντας όλα τα στοιχήματα σε καιρό κρίσης: επισκέπτονται τηλεοπτικά πλατό κουβαλώντας  καλούδια -η Δημουλίδου κέρασε «μπιρόψωμο» τους εργαζομένους στο πλατό της εκπομπής της Μενεγάκη, ενώ η Μαντά δεν αρνήθηκε να ξαπλώσει στον καναπέ του τηλεοπτικού «Joy»-, δίνουν συνεντεύξεις σε οικογενειακά περιοδικά, εκπορθούν τις πύλες ακόμη και των πιο ψαγμένων free press, δίνουν συνεντεύξεις από κρυφά μέρη του σπιτιού τους, γίνονται πιο ανθρώπινες on air αποκαλύπτοντας τα προβλήματα της υγείας τους και καταφέρνουν να αποτελούν την ευχάριστη νότα σε ένα μονοδιάστατο ειδησεογραφικό τοπίο. Ισως αυτός να είναι ο τρόπος που παίρνουν οι γυναίκες αναγνώστριές τους εκδίκηση για το βαρετό τηλεοπτικό πρόγραμμα που βομβαρδίζεται από τούρκικα και τηλεπαιχνίδια, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι οι Ελληνίδες έχουν τρόπο να ονειρεύονται κάτι πέρα από τη λίστα του σούπερ μάρκετ.

Απωθημένοι έρωτες
Ο έρωτας, ως συνήθως, πρωταγωνιστεί στις σελίδες των δύο συγγραφέων με κάθε τρόπο. Απωθημένοι έρωτες που είναι είτε καταραμένοι είτε ανέφικτοι, γυναίκες που ξέρουν να κλαίνε και να διεκδικούν, άντρες άτιμοι αλλά και μπερμπάντηδες, παιδιά νόθα και αγνώστου πατρός, καρδιές που πασχίζουν και πάσχουν - και όλα αυτά σε ένα καθαρόαιμα ελληνικό φόντο. Από ένα ελληνικό μπεστσελερικό φαινόμενο δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η αρχαιοελληνική παρουσία της φθονερής ανταγωνίστριας, αλλά και το σύγχρονο ελληνικό φαινόμενο του κακού γαμπρού και της μνησίκακης νύφης. Η Μαντά το περιγράφει πιο σταράτα και λαϊκά ως γυναίκα που έχει ζήσει έναν 100% ελληνικό γάμο 35ετούς διάρκειας, ενώ η Δημουλίδου το διανθίζει με πιο καταραμένα καρυκεύματα ως αμετανόητη single - και adventurous αεροσυνοδός στα νιάτα της, τότε που η Ολυμπιακή έκανε κάστινγκ και δεν βόλευε ημέτερους.


Ταξίδι στους αιώνες
Τα δύο νέα πονήματα της Λένας Μαντά και της Χρυσηίδας Δημουλίδου έχουν ιστορικό υπόστρωμα, απόδειξη ότι τα μυθιστορήματα με περιπετειώδη φόντο έχουν πέραση στις Ελληνίδες.
Η Λένα Μαντά στο βιβλίο της «Με λένε Ντάτα» γράφει για την ηρωίδα της που πασχίζει να επιβιώσει τη δύσκολη εποχή των αρχών του περασμένου αιώνα μιλώντας ακόμη και σε μερικές περιπτώσεις στην καθαρεύουσα (!), ενώ η Χρύσα Δημουλίδου για τις ανάγκες του τελευταίου της μυθιστορήματος «Το σπίτι των σκιών» μεταφέρεται στην Ελλάδα λίγο πριν από το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου. Αμφότερες ωστόσο δεν φοβούνται την υπερβολή, αφού οι ήρωές τους κάνουν τα πάντα πολύ: εκτός από πολύ ωραίοι ή πολύ άσχημοι, αγαπάνε πολύ, καταριούνται πολύ, εκδικούνται πολύ, ταξιδεύουν σε πολύ μακρινά μέρη (στο τελευταίο μυθιστόρημα της Δημουλίδου η ηρωίδα της φτάνει ως τον Καναδά, ενώ η Ντάτα φτάνει ως τις μακρινές περιοχές της Κόλασης αφού οι αναγνώστριες ήδη μιλούν για το πλέον «αμαρτωλό» βιβλίο της).

Οι περιγραφές πάντως δεν φοβούνται να προσθέσουν όλο και κάτι παραπάνω στον κανόνα της υπερβολής. «Γεννήθηκα πολύ όμορφη και αυτό ήταν ένα ακόμα όπλο, μια αόρατη παγίδα για τα υποψήφια θύματά μου. Κανένας δεν περιμένει η όψη ενός αγγέλου να κρύβει τόσο έντεχνα τη μαύρη ψυχή ενός σατανά που είναι ταγμένος να γεννά τον θάνατο και τον όλεθρο. Ισως μάλιστα ο θάνατος, που τόσο εύκολα αποφάσιζα για κάποιους, να ήταν λύτρωση, κάθαρση, εξαγνισμός», γράφει η Μαντά στο τελευταίο της βιβλίο, αψηφώντας επιδεικτικά τη λογοτεχνική μετριοπάθεια των ψυχρών Ευρωπαίων.

Ο έρωτας άλλωστε δεν γνωρίζει ποτέ μέτρο και όριο, όπως και τα ονοματεπώνυμα των πρωταγωνιστριών που είναι πάντα στα βιβλία και των δύο συγγραφέων μεγαλοπρεπή: My name is Dada η μία, my name is Douglas η άλλη. Και στη μέση τα μεγαλεπήβολα Αλεξάνδρα Σαλβάνου, Ροβέρτος, Χαριτίνη, Ελεονόρα και γενικότερα ονόματα που παραπέμπουν σε άλλες ρίζες και καταγωγές. Σε κάθε περίπτωση, και οι δύο συγγραφείς ξέρουν πώς ακριβώς να απευθύνονται στο θυμικό των γυναικών, μιλώντας όχι μόνο για απωθημένους έρωτες αλλά και για προβληματικές καταστάσεις και προβλήματα υγείας (αγοραφοβία η Δημουλίδου, ανορεξία η Μαντά, απιστία και οι δύο). «Τα δυνατά συναισθήματα πόνου βοηθάνε τον καλλιτέχνη να εκφράζεται έντονα», υποστηρίζουν και οι δύο, επιμένοντας πως η ζωή χρειάζεται ταυτόχρονα την ευτυχία και τον πόνο.

Ακόμη λοιπόν κι αν έχουν ακολουθήσει εντελώς διαφορετικές πο­ρείες εκφράζοντας η καθεμία τον δικό της τρόπο ζωής -η Μαντά οικογενειάρχισσα, λάτρης της ταβέρνας, του κομπολογιού και του Γιάννη Πάριου, η Δημουλίδου πρώην αεροσυνοδός και party animal, εξαρτημένη από το Photoshop και το animal print decora-tion-, δεν έχουν κανέναν λόγο να μοιράζονται τα ιμάτιά τους αφού και οι δύο κερδίζουν ένα «μέρος στην καρδιά της κάθε αναγνώστριας», όπως χαρακτηριστικά θα έλεγαν, αλλά και στις κορυφές των πωλήσεων. Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι καμία από τις δύο δεν αγαπά τον έρωτα, παρότι γράφουν διαρκώς γι’ αυτόν. Η Μαντά δηλώνει διαρκώς ότι ο έρωτας είναι «επικίνδυνος και σύντομος όπως μια αστραπή» και δεν μπορεί να συγκριθεί με την αγάπη, ενώ η Δημουλίδου παραδέχεται ότι δεν έχει βρεθεί ακόμη ο άντρας που θα την κάνει να ερωτευτεί μοιραία.

Απόδειξη ότι όπως ο Κάφκα δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στην Αμερική αλλά έδωσε στο καλύτερό του μυθιστόρημα το όνομά της, έτσι και οι Μαντά - Δημουλίδου δεν γνώρισαν ποτέ την άγνωστη ήπειρο του έρωτα αλλά τον επιλέγουν ως μόνιμο τίτλο για τα μυθιστορήματά τους. Πολύ ρομαντικό για να είναι αληθινό, πολύ ιντριγκαδόρικο για να μην είναι ελληνικό. Ποια, εξάλλου, αναγνώστρια πίστεψε ποτέ ότι η τροφαντή νοικοκυρά που έγραψε τις «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» είδε να κυλιέται πάνω στο κρεβάτι της πραγματικό μαστίγιο ή κάτι άλλο να καίγεται πέρα από το φαγητό στην κουζίνα;

protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε ελεύθερα την άποψή σας!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...